Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Ὑπάρχουν ἄθεοι σήμερα ;

Μόνον ἕνας ἄμυαλος,
            ἕνας Παράφρων ἀρνεῖται τόν Θεόν.
 
 
                                      «Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ·
                                                      οὐκ  ἔστι Θεός»(Ψαλμ ιγ΄ 1).
 
       Δέν ξεστόμισε τό βλάσφημο αὐτό λόγο, ἀλλά σκέφθηκε μέσα του, διαλογίσθηκε ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός καί ὁ λογισμός του αὐτός ρύθμιζε  τή συμπεριφορά του ἔναντι τῶν ἄλλων . Εἶναι φανερόν ὅτι ἡ ἄρνησις τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖ  τόν ἄνθρωπο σέ κάθε πονηρία, σέ κάθε κακό.Διότι τό νά νομίζει κανείς ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός καί ὅτι τό πᾶν δημιουργήθκε αὐθορμήτως,  ἀφ'ἑαυτοῦ, ἄνευ αἰτίας, ἐκ τύχης,(ἤτοι ἡ ἀθεΐα), λένε οἱ Πατέρες, εἶναι ἡ ἀρχή πάσης ἀκολασίας  καί παρανόμου πράξεως .
        Εἶναι φανερόν ὅτι ὁ ἄφρων ἄνθρωπος, ἀρνούμενος τήν ὕπαρξιν τοῦ θεοῦ, γίνεται χειρότερος  καί ἀπό τά ἀναίσθητα κτίσματα. Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας λέγει ὅτι « τά γαϊδούρια καί τά βόδια ἀναγνωρίζουν τό Δημιουργό τους, τόν Εὐεργέτη τους καί Τόν εὐγνωμονοῦν, ἐνῷ ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, οἱ ἄμυαλοι ἄνθρωποι, πού τόσο εὐεργετήθηκαν ἀπό Αὐτόν, δέν Τόν ἀναγνωρίζουν,δέν καταλαβαίνουν, οἱ ἄμυαλοι,  τήν τιμή καί τίς ἄπειρες εὐεργεσίες Του, Τόν ἀρνοῦνται καί Τόν βλασφημοῦν , μέ τά λόγια καί τά ἔργα τους( πρβλ.Ἡσ. α΄ 3).Καί στή συνέχεια ὁ Προφήτης ταλανίζει, ἐλεεινολογεῖ τόν ἀνόητο καί ἀχάριστο Λαό(Ἡσ. α΄ 4-6).
     Ὀ Θεός, ὅμως, ὁ Ἕνας καί Μόνος Ἀληθινός ,ὁ Τριαδικός Θεός, ἡ Πανσθενουργός καί σοφή Πανταιτία,ὁ Πάνσοφος Δημιουργός καί Κτίστης τῶν ἁπάντων, ὁ Πάνάγαθος καί Παντοδύναμος, ἡ Πηγή τῆς Ζωῆς καί τῆς Ἀθανασίας,Αὐτός ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος πάντων αἴτιος, ὁ πάντῃ ἄρρητος, ὁ ὅλως ἀνέκφραστος, ὁ ἀεί Ὥν, ὡς ἄπειρη Ἀγάπη, παρακολουθεῖ, σάν στοργικός Πατέρας,  ὅλους μας, καί τούς ἀθέους, οἱ ὁποῖοι κατάφορα Τόν ἀρνοῦνται ,καί δίδει σέ ὅλους «καιρόν μετανοίας».
   «Ὁ Ὤν καί ὁ Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος , ὁ Παντοκράτωρ»(Ἐξόδ. γ΄ 14.Ἀποκ. α΄ 4, 8) μακροθυμεῖ. Γνωρίζει ὁ Πάνσοφος, ὅτι ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δέν μπορεῖ νά συλλάβῃ, νά κατανοήσῃ τό ὑπέρτατον  Ὄν, τόν ἀόρατον, τόν ἀπερινόητον Θεόν καί συγκαταβαίνει καί ἀποκαλύπτει στόν ἄνθρωπον ὅ,τι μπορεῖ νά κατανοήσῃ.
     Ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπολύτως ἀπρόσιτος καί ἀπροσπέλαστος.Εἶναι ὑπέρ λόγον καί ἔννοιαν. Ὑπερβαίνει τή νοητική ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου.Πολλῷ δέ μᾶλλον ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀρνεῖται τόν Θεόν, δέν εἶναι καθαρός,   ζῆ ἀκόλαστον βίον καί ἀνερυθριάστως παραβαίνει τάς Ἐντολάς τοῦ Θεοῦ.
     Εἶναι αὐτονόητον ὅτι   ὁ Θεός , ὡς Ἀγαθός καί μεταδοτικός τοῦ ἀγαθοῦ ἀποκαλύπτεται κυρίως στούς καθαρούς τῇ καρδίᾳ, ἀλλά καί σέ κάθε ἄνθρωπον καί εἰς τούς ἀρνητές. Ἀποκαλύπτεται δέ μέ τά ἔργα τῆς Δημιουργίας Του,  ἀλλά κυρίως  διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ Του.Διότι «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»(Α΄Τιμοθ. β΄4).
     Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἀναφέρει ὅτι «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε· ὁ Μονογενής Υἱός ὁ ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο»(Ἰωάν. α΄ 18).
    Στόν καθένα ἀποκαλύπτεται ἀνάλογα μέ τήν Πίστιν καί τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, κυρίως δέ ἀνάλογα με τήν γνήσια ἀγάπη. Καί εἶναι αὐτονόητον ὅτι οἱ ἄθεοι, οἱ ἀρνητές τοῦ Θεοῦ , ἐμπεπηγμένοι « εἰς ἰλύν βυθοῦ», ἀποκρούουν τήν Χάριν.
      Θά πρέπει νά σημειώσω ἐδῶ ὅτι ὁ ἄμυαλος καί ἀμαθής, ἀρνούμενος τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, διά τῆς ἀρνήσεως ἀποδεικνύει ὅτι δέν ἔχει ἐπαφήν μέ τήν πραγματικότητα, εἶναι πράγματι σχιζοφρενής. Ἀρνεῖται τήν ὑπερτάτη πραγματικότητα, ἀρνεῖται τήν ὄντως Ζωήν, ἀρνεῖται τό Φῶς, ἀγαπᾶ τό σκοτάδι καί ὀδεύει ὁλοταχῶς,  δια τῆς ἀρνήσεως, εἰς τήν ἄβυσσον τῆς αἰώνιας Ὀδύνης.
      Οἱ ἄθεοι ἀρνοῦνται  καί μισοῦν τό Φῶς καί διώκουν  συνειδητά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἀναστάσεως, τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Φωτός. Διότι
«πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό Φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ»(Ἰωάν. γ΄ 20).
      Ἀλλά ὁ Χριστός δέν ἦλθε νά καλέσῃ δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν(πρβλ.Ματθ.θ΄ 13.Μάρκ. β΄ 17. Λουκ. ε΄ 32).
«Συνίστησι δέ τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε»(Ρωμ. ε΄ 8).
   Ὅμως οἱ ἄμυαλοι, οἱ ἀξιολύπητοι παράφρονες, παρά τήν ἄφατη τοῦ Θεοῦ συγκατάβασι δέν συνειδητοποιοῦν τήν ἀφροσύνη τους. 
                           Ἐμμένουν στήν ἄρνησι.
                           Δέν θέλουν νά γνωρίσουν τήν Ἀλήθεια
                           καί νά λυτρωθοῦν.
                           Ζοῦν , οἱ δυστυχεῖς, μέ παραμύθια
                           τῆς νοσηρῆς τους φαντασίας.
                            Καθώς ὁ Παῦλος λέγει(Ρωμ. α΄ 22-23) :
                           «Φάσκοντες εἶναι σοφοί ἐμωράνθησαν,
                            καί ἥλλαξαν τήν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ
                            ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου
                            καί πετεινῶν καί τετραπόδων καί ἑρπετῶν».
                            Οἱ δύσμοιροι ὑποφέρουν «ἐμπεπηγμένοι
                            εἰς ἰλύν βυθοῦ», πεπλανημένοι.
                           
                            Ἀνεξίκακε καί Μακρόθυμε Κύριε,
                            Χωρίς Ἐσένα, «τόν ἄρτο τῆς Ζωῆς»,
                            εἶν'  ἡ ψυχή μας ἄδεια.
                            Ἀπέραντο εἶναι τό κενό,  καί δέν
                            γεμίζει, μέ ψευδοαναπληρώσεις.
                            Ἡ λάσπη ποτέ πνεῦμα δέν γίνεται.
                             Παραμένει λάσπη, πού μᾶς πνίγει.
                             Κι' οἱ ἄθεοι, ψυχές κι' αὐτοί ἰσχνές,
                             ἀτροφικές ψυχές, παιδιά τῆς Ἀφροσύνης,
                             μακρυά Σου,Πολυεύσπλαγχνε, σίγουρα
                             ὀδυνῶνται, μέ τήν κακή τους θέλησι,
                             μένουν κατάκοιτοι στή Χώρα τοῦ θανάτου.

                             Κύριε,
                             Ἀπό προσωπική μου πεῖρα γνωρίζω καλά
                             τήν ἀνέκφραστη Χαρά,
                             πού χαρίζει σέ ὅλους μας,
                             ἡ αἴσθησις τῆς ζωντανῆς Σου
                             Παρουσίας στήν ἄχαρη ζωή μας.  
                             Σέ αὐτήν ἐδῶ τήν κοιλάδα τοῦ Κλαυθμῶνος,
                             σέ  αὐτήν ἐδῶ τή Βαβυλῶνα, βλέπω
                             νά στεροῦνται τή Χαρά τῆς Παρουσίας Σου,
                             ὅλοι, ὅσοι Σέ ἀρνοῦνται, ἄθεοι, ὑλιστές,
                             Αἱρετικοί κι'  ἄλλοι δυστυχεῖς πεπλανημένοι,
                             καί πίκρα ἀπερίγραπτη γεμίζει τήν ψυχή μου.
            
                             Κύριε, Πολυέλεε,
                             Ζητῶ τό ἔλεός Σου.
                             Σύ ,πού Σταυρώθηκες, γιά μᾶς,
                             τούς παραστρατημένους, λυπήσου
                             κι' ἐλευθέρωσε ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας
                             τοῦ Διαβόλου, ὅλους τούς ἄμυαλους
                             τῆς γῆς ...
                              Κάμε νά ἡμερέψουν καί τἀνήμερα θηρία 
                              ὅλοι οἱ ἀνεγκέφαλοι,νά βάλουνε μυαλό,
                              νά ἐπιστρέψουνε στήν Πατρική Ἑστία,
                              μαζί μας νά χαίρωνται τήν ἀνεκλάλητη
                              Χαρά τῆς ζωντανῆς σου Παρουσίας.Ἀμήν.     
                      

                          
  
















 
    
    
      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου